Μετάβαση στο περιεχόμενο

wear off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας wear off
γ΄ ενικό ενεστώτα wears off
αόριστος wore off
παθητική μετοχή worn off
ενεργητική μετοχή wearing off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
wear off <  δείτε τις λέξεις wear και off

wear off (en)

  • περνάω σιγά-σιγά, κάτι εξαφανίζεται ή σταματά σταδιακά
    παράδειγμα  The pain in the chest is wearing off but…
    Ο πόνος στο στήθος περνάει σιγά-σιγά αλλά…
    παράδειγμα  When the effect of the medicine wore off
    Όταν πέρασε η επίδραση του φαρμάκου…