Μετάβαση στο περιεχόμενο

weeper

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
weeper < weep + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
weeper weepers

weeper (en)