well-kept
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | well-kept |
| συγκριτικός | better-kept / more well-kept |
| υπερθετικός | best-kept / most well-kept |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]well-kept (en)
- περιποιημένος, φροντισμένος
- καλά φυλαγμένος, επτασφράγιστος, για μυστικό που είναι γνωστό μόνο σε λίγους ανθρώπους
The young girl never revealed to her parents the abortion she had had. It was her well-kept secret.
- Η νεαρή κοπέλα δεν αποκάλυψε ποτέ στους γονείς της την άμβλωση που είχε κάνει. Ήταν για αυτήν ένα καλά φυλαγμένο/επτασφράγιστο μυστικό.