Μετάβαση στο περιεχόμενο

well-kept

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός well-kept
συγκριτικός better-kept / more well-kept
υπερθετικός best-kept / most well-kept

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
well-kept < well + kept

Επίθετο

[επεξεργασία]

well-kept (en)

  1. περιποιημένος, φροντισμένος
    παράδειγμα  a well-kept garden - περιποιημένος/φροντισμένος κήπος
     συνώνυμα: trim
  2. καλά φυλαγμένος, επτασφράγιστος, για μυστικό που είναι γνωστό μόνο σε λίγους ανθρώπους
    παράδειγμα  The young girl never revealed to her parents the abortion she had had. It was her well-kept secret.
    Η νεαρή κοπέλα δεν αποκάλυψε ποτέ στους γονείς της την άμβλωση που είχε κάνει. Ήταν για αυτήν ένα καλά φυλαγμένο/επτασφράγιστο μυστικό.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]