Μετάβαση στο περιεχόμενο

well-rounded

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
well-rounded < well + rounded

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός well-rounded
συγκριτικός more well-rounded
υπερθετικός most well-rounded

well-rounded (en)

  1. ολοκληρωμένος, για ένα άτομο που έχει ποικιλία εμπειριών και ικανοτήτων και μια πλήρως αναπτυγμένη προσωπικότητα
    παράδειγμα  She is a well-rounded person, with interests in science, art, and sports.
    Είναι μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με ενδιαφέροντα στην επιστήμη, την τέχνη και τον αθλητισμό.
    παράδειγμα  The company is looking for a well-rounded candidate with both technical and communication skills.
    Η εταιρεία αναζητά έναν ολοκληρωμένο υποψήφιο με τεχνικές δεξιότητες αλλά και ικανότητες επικοινωνίας.
  2. ολοκληρωμένος, σφαιρικός, που παρέχει ή δείχνει μια ποικιλία εμπειριών, ικανοτήτων κτλ.
    παράδειγμα  The university offers a well-rounded program of studies.
    Το πανεπιστήμιο προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών.
    παράδειγμα  We need a well-rounded analysis before making a decision.
    Χρειαζόμαστε μια σφαιρική ανάλυση πριν πάρουμε απόφαση.
    παράδειγμα  A well-rounded education consists of many different subjects ranging from chemistry to economics.
    Μια σφαιρική εκπαίδευση αποτελείται από πολλά διαφορετικά μαθήματα που ποικίλλουν από τη χημεία έως τα οικονομικά.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]