wenge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wenge (en)

  1. Millettia laurentii, είδος αφρικανικού όσπριου σκληρόξυλου με εξαιρετική μηχανική αντοχή και σταθερότητα διαστάσεων, βέγκε
    και σε ελληνικό κείμενο προτιμάται η νεολατινική γραφή wenge
  2. η σκούρα βαφή ξύλου που προσεγγίζει την μιλλεττιά
    (προσοχή, η βαφή αποδίδεται ακριβώς σε ανοιχτόχρωμο ξύλο όπως την οξιά· σε πιο σκούρο ξύλο όπως το σαπέλι (sapele) το αποτέλεσμα είναι πιο σκούρο - όμως όμορφο και ποιοτικό)
    συνήθης ημιδιάφανη βαφή για σκούρα έπιπλα σαλονιού (φαίνονται τα νερά του ξύλου)
    για πιο ζωηρό (σκούρο κόκκινο) αποτέλεσμα βάφουμε με μ(ε)ίγμα 3/4 wenge (βένγκε-βέγγε-βέγκε) και 1/4 anigre (ανιγκρέ)