wer
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /veːɐ̯/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : wer
Πρόθεση
[επεξεργασία]wer (de)
- ποιος
Wer hat angerufen?
Ποιος τηλεφώνησε;
- όποιος
Wer bis hierhin gekommen ist, wird auch den Rest schaffen.
Όποιος έφτασε μέχρι εδώ, θα τα καταφέρει και στο υπόλοιπο.
- κανείς
Ist da draußen wer?
Είναι κανείς εκεί έξω;
- κάποιος
Dominik wurde zum Bürgermeister gewählt; der ist jetzt wer!
Ο Ντόμινικ εξελέγη δήμαρχος· τώρα είναι κάποιος!