were

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

were (en)

  1. β΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του ρήματος be
    Christine, you were the last person to see him alive, weren't you?
    Χριστίνα, ήσουν ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό. Έτσι δεν είναι;
  2. α΄, β΄ & γ΄ πρόσωπο πληθυντικού αορίστου του ρήματος be
    We were there last night - Ήμασταν εκεί χθες το βράδυ.
    Mary and Ann, you were absolutely right! - Μαρία και Ελένη! είχατε απόλυτο δίκιο!
    They were a fine couple - Ήσαν ωραίο ζευγάρι.