werewolf
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| werewolf | werewolves |
werewolf (en)
- ο λυκάνθρωπος
When the moon came out, he turned into a werewolf.
- Όταν βγήκε το φεγγάρι, μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο.