werken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

werken (nl)

  1. δουλεύω, εργάζομαι
    hij werkt bij een bank - εργάζεται σε μια τράπεζα