Μετάβαση στο περιεχόμενο

wheelchair

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
wheelchair < wheel + chair

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
wheelchair wheelchairs

wheelchair (en)