wheelchair
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| wheelchair | wheelchairs |
wheelchair (en)
- το αναπηρικό αμαξίδιο, το αναπηρικό καροτσάκι
It can be hard to get around if you're in a wheelchair.
- Μπορεί να είναι δύσκολο να μετακινηθεί κανείς αν είναι σε αναπηρικό αμαξίδιο.