Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

whine < αγγλοσαξονικά hwinan

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /waɪn/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

whine (en)

  1. οξεία και μακρόσυρτη παραπονιάρικη κραυγή ή ήχος, κλαψούρισμα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

whine (en)

  1. βγάζω ένα οξύ και μακρόσυρτο ήχο
    The jet engines whined at take off.
  2. κλαψουρίζω, παραπονιέμαι με παιδιάστικο τρόπο για ασήμαντα πράγματα
    The Red Soxs fans were whining after they lost to the Yankees again.