Μετάβαση στο περιεχόμενο

whirl

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
whirl whirls

whirl (en)

  1. δίνη, στρόβιλος, ρουφήχτρα
  2. περιστροφή
  3. (μεταφορικά) σύγχυση, μπέρδεμα, σάστισμα, χάος
ενεστώτας whirl
γ΄ ενικό ενεστώτα whirls
αόριστος whirled
παθητική μετοχή whirled
ενεργητική μετοχή whirling

whirl (en)