whirl
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| whirl | whirls |
whirl (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | whirl |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | whirls |
| αόριστος | whirled |
| παθητική μετοχή | whirled |
| ενεργητική μετοχή | whirling |
whirl (en)