Μετάβαση στο περιεχόμενο

wholehearted

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός wholehearted
συγκριτικός more wholehearted
υπερθετικός most wholehearted

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
wholehearted < whole + hearted

Επίθετο

[επεξεργασία]

wholehearted (en)

  • ολόψυχος, ανεπιφύλακτος
    παράδειγμα  wholehearted support - ολόψυχη υποστήριξη
    παράδειγμα  You have my wholehearted support.
    Έχεις την ανεπιφύλακτη υποστήριξή μου.

Σύνθετα

[επεξεργασία]