wildfire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wildfire (en)

  1. καταστρεπτική πυρκαγιά
  2. το υγρό πυρ
  3. ασθένεια του δέρματος, το ερυσίπελας
  4. (μεταφορικά) κάτι που ενεργεί γρήγορα και απρόβλεπτα