willpower

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

willpower < will + power

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

willpower (en)

  1. δύναμη θέλησης, ικανότητα διατήρησης, συνέχισης επίπονης προσπάθειας
  2. εμμονή στο στόχο, στο σκοπό παρά τις δυσκολίες

Άλλες μορφές[επεξεργασία]