willpower

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

willpower < will + power

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

willpower (en)

  1. (νευροεπιστήμη), (ψυχολογία) δύναμη θέλησης, ικανότητα διατήρησης-συνέχισης επίπονης προσπάθειας
  2. εμμονή στο στόχο-σκοπό παρά τις (όποιες) δυσκολίες
    • σχετίζεται με το anterior cingulum-μπροστινό εγκεφαλικό προσαγωγέα (ή μπροστινό προσαγώγιο)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]