Μετάβαση στο περιεχόμενο

witchcraft

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

witchcraft (en)

  • η μαγεία (η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη witch