witty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

witty (en)

  1. πνευματώδης, ευφυής, έξυπνος
  2. αστείος με έξυπνο τρόπο, που έχει την ικανότητα να λέει έξυπνα/εύστοχα αστεία