witzeln

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

witzeln (de)

  1. αστειεύομαι, χαριτολογώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Witz