witzig

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

witzig (de)

  1. αστείος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Witz