wnuczek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

wnuczek (pl) < υποκοριστικό από το wnuk (pl)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wnuczek (pl) αρσενικό

  1. υποκοριστικό από το εγγονός, το εγγονάκι