wolno

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɔlnɔ/
Ήχος 

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

wolno (pl)

  1. αργά, σιγά
  2. επιτρέπεται (επιρρηματικά) με τις έννοιες:
    • δίνεται ή υπάρχει η άδεια ή η δυνατότητα, δεν απαγορεύεται
      tutaj wolno palić - εδώ επιτρέπεται το κάπνισμα
    • ζητείται η άδεια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. powoli
  2. można

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

  1. szybko
  2. wzbroniono, zabroniono

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]