work

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /wɜːk/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

work (en)

  1. η δουλειά, η εργασία
  2. (γενική χρήση) το έργο
  3. (φυσική) το έργο*

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

work (en)

  1. εργάζομαι

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]

  • work at: εργάζομαι στην (τάδε εταιρεία, μισθολογικά υπάγομαι στην)
  • work for: εργάζομαι για την (τάδε εταιρεία, πιθανώς ως εξωτερικός συνεργάτης)