work of art
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| work of art | works of art |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]work of art (en)
- το καλλιτέχνημα, το έργο τέχνης
| ενικός | πληθυντικός |
| work of art | works of art |
work of art (en)