working

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

working (en)

  1. για κάτι που λειτουργεί, δουλεύει σωστά
  2. που σχετίζεται με την εργασία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
working workings

working (en)

  1. πράξη, ενέργεια
  2. λειτουργία, μέθοδος

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

working (en)