worried

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

worried (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος worry

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

worried (en)

  • She was worried about her son who had been sent to war