worried

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

worried (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος worry

Επίθετο[επεξεργασία]

worried (en)

  • She was worried about her son who had been sent to war