Μετάβαση στο περιεχόμενο

wounded

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός wounded
συγκριτικός more wounded
υπερθετικός most wounded

wounded (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wounded (en)

  • (μόνο πληθυντικός) οι τραυματίες
    παράδειγμα  The wounded were taken to hospitals.
    Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

wounded (en)