Μετάβαση στο περιεχόμενο

wreak

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας wreak
γ΄ ενικό ενεστώτα wreaks
αόριστος wreaked, wrought
παθητική μετοχή wreaked, wrought
ενεργητική μετοχή wreaking

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɹiːk/
ομόηχο: reek

wreak (en)