wrench

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wrench (en)

  1. κίνηση με την οποία συστρέφουμε και τραβάμε με δύναμη
  2. το γερμανικό κλειδί
  3. η λύπη που νιώθουμε όταν αφήνουμε κάποιον/κάτι που αγαπάμε
  4. σωληνοκάβουρας, κάβουρας (εργαλείο υδραυλικού)

Ρήμα[επεξεργασία]

wrench (en)

  1. γραπώνω, αρπάζω, τραβώ απότομα