wriggle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈrɪɡ(ə)l/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

wriggle (en) και wiggle

  1. (αμετάβατο) στριφογυρίζω (στρέφω ελαφρά το κορμί αριστερά και δεξιά και κουνώ γρήγορα τα πόδια)
    Teachers often lose their patience when children wriggle in their seats.
  2. (μεταβατικό) στριφογυρίζω κάτι
    He was sitting on the lawn, wriggling his toes in the grass.
  3. αποφεύγω με δόλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wriggle (en)

  1. το στριφογύρισμα