wygnanie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wygnanie (pl) ουδέτερο

  • η εξορία (απομάκρυνση από έναν τόπο)