wyjątek

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wyjątek (pl) αρσενικό

  1. (πληροφορική), (κοινά) η εξαίρεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]