Μετάβαση στο περιεχόμενο

wymioty

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wymioty (pl) μη αρρενοπροσωπικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. ο εμετός
    • η ενέργεια
    • το υλικό που αποβάλλεται, το έμεσμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]