Μετάβαση στο περιεχόμενο

xylographique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
xylographique xylographiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

xylographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό