yağmak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /jɑːˈ‿mɑk/

Ρήμα[επεξεργασία]

yağmak (tr)

  1. ρίχνω, πέφτω βροχή, χιόνι, χαλάζι ... κτλ. γενικό ρήμα για περιγραφή το φυσικό φαινόμενο των καιρικών γεγονότων
    Yağmur yağıyor, şemsiyeni almayı unutma.Βρέχει, μην ξέχασε να πάρεις την ομπρέλα σου.
    Dün gece ceviz büyüklüğünde dolu yağdı. — Χθες το βράδυ έριξε χαλάζι τόσο μεγάλο όσο τα καρύδια.
    Yaşasın! Yarın kar yağacakmış. — Γιούπι! Αύριο είπαν ότι θα χιονίσει.
  2. (μεταφορικά) βρέχει, για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή)
    Boşandığımdan beri adeta kısmet yağıyor! — Από τότε που έχω χωρίσει, είναι σαν να βρέχει πιθανούς συντρόφους!

Κλίση[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]