yarn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

yarn (en)

  1. νήμα πλεκτικής
  2. εξιστόρηση, ιστορία, συνήθως υπερβολική

Ρήμα[επεξεργασία]

yarn (en)

  1. λέω ιστορίες