Μετάβαση στο περιεχόμενο

yesterday

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

yesterday (en) (μη μετρήσιμο)

  • το χτες, το πρόσφατο παρελθόν
    παράδειγμα  Forget yesterday and live for today.
    Ξέχνα το χτες και ζήσε το σήμερα.

Επίρρημα

[επεξεργασία]

yesterday (en) (χωρίς παραθετικά)

  • χτες
    παράδειγμα  I went yesterday (in the) morning.
    Πήγα χθες το πρωί.
    παράδειγμα  How was yesterday evening?
    Πώς ήταν χτες το βράδυ;
    παράδειγμα  He’s been here since yesterday.
    Είναι εδώ από χτες.
    παράδειγμα  She bought it the day before yesterday.
    Το αγόρασε προχθές.