yidiche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
yidiche yidiches

yidiche (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γίντις

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

  • yiddisch (μορφή που συναντάται στα γερμανικά και στα γίντις)
  • yiddish (η πιο συχνή μορφή, έρχεται από τα αγγλικά)
  • yidich (παλαιότερη μορφή)