yok

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

yok (tr)

  1. δεν υπάρχει, δεν έχει

Αντώνυμα[επεξεργασία]