zakładka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

zakładka (pl) < από το ρήμα zakładać (pl)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zakładka (pl) θηλυκό

  1. (πληροφορική), (κοινά) ο σελιδοδείκτης