Μετάβαση στο περιεχόμενο

zanzara

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
zanzara zanzare

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ετυμολογία < λατινική zinzala, που προέρχεται από το ρήμα zinzi

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

zanzara (it)