zawieszenie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zawieszenie (pl) ουδέτερο

  1. ανάρτηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]