zbiór

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zbʲjur/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zbiór (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο
  2. η συλλογή