zbiór

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zbʲjur/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zbiór (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο
  2. η συλλογή