zbyt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zbɨt/
zbyt 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zbyt (pl) αρσενικό

  1. αγορά, το σύνολο των πιθανών αγοραστών κάποιου προϊόντος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

zbyt (pl)

  1. υπερβολικά, υπέρ του δέοντος

Συνώνυμα[επεξεργασία]