Μετάβαση στο περιεχόμενο

zmienna

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

zmienna < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου zmienny

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

zmienna (pl) θηλυκό


Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

zmienna (pl)