Μετάβαση στο περιεχόμενο

zmysel

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

zmysel (sk) αρσενικό

  • το νόημα
    παράδειγμα  Nedáva vôbec zmysel to, čo hovoríš.
    Δεν βγάζει καθόλου νόημα αυτό, που λες.
  • zmysel - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025