zwemmen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

zwemmen 

Ρήμα[επεξεργασία]

zwemmen (nl) (αόρ. : zwom, παθ. μτχ. : gezwommen)