æsthésiologie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
æsthésiologie æsthésiologies

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

æsthésiologie (fr) θηλυκό