Μορμώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Μορμώ
      γενική τῆς Μορμόος
Μορμοῦς
      δοτική τῇ Μορμοῖ
    αιτιατική τὴν Μορμώ
     κλητική ! Μορμοῖ
3η κλίση, ομάδα 'ἠχώ', Κατηγορία 'φειδώ' όπως «φειδώ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μορμώ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Μορμώ θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Η Μορμώ ήταν θηλυκός μπαμπούλας, με τον οποίο οι αρχαίοι φοβέριζαν τα παιδιά, λέγοντας τους ότι είναι μια κουτσή γριά που θα τα δαγκώσει αν είναι άτακτα.