αντάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντάρα οι αντάρες
      γενική της αντάρας
    αιτιατική την αντάρα τις αντάρες
     κλητική αντάρα αντάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντάρα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντάρα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]