απομαγνήτιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απομαγνήτιση οι απομαγνητίσεις
      γενική της απομαγνήτισης* των απομαγνητίσεων
    αιτιατική την απομαγνήτιση τις απομαγνητίσεις
     κλητική απομαγνήτιση απομαγνητίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απομαγνητίσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απομαγνήτιση < απομαγνητίζω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική démagnétisation)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απομαγνήτιση αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]